Πρόσφατα

Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2017

Λεγεών

Του Όττο





Δεν ξέρω τ’ όνομά μου, ούτε αν είχα ποτέ κάποιο. Θάφτηκα ζωντανός στη λήθη των αιώνων. Δεν έχω μορφή. Σαν στέκω μπρος στον καθρέφτη, κοιτάζω μέσα από μάτια ξένα κάποιο πρόσωπο αλλότριο. Άναυδη η γλώσσα μου, σιωπή η φωνή μου.  Δεν ξέρω πού, δεν ξέρω πότε. Πλανήθηκα για αιώνες άχρονους στην Έρημο της Επίγνωσης, σ’ έν’ άσπλαχνο αιώνιο Τώρα.
Μα ξέρω πια καλά ποιος είμαι. Εγώ είμαι Εγώ και τούτο φτάνει. Είμαι καντήλι αχνοφέγγιστο της θλίψης, φλόγινη ρομφαία του γδικιωμού, είμαι ο Άγγελος της Νέμεσης, καταστροφέας των κόσμων· ο πλαστουργός του πεπρωμένου…

***

 «Σεβάσμιοι Επουράνιοι πατέρες, πάνσεπτες Επουράνιες μητέρες, η παρουσία σας απόψε στο αμφιθέατρο Γιούαν Κάμερον του Ινστιτούτου Επιστημών της Νέας Ατλαντίδας, μου περιποιεί υπέρτατη τιμή και σας ευγνωμονώ από τα βάθη της ταπεινότητός μου». Προσήνεια και σεμνότητα αναδίνονταν από κάθε ρυτίδα του εύμορφου προσώπου του αδελφού Απίριον, ενώ κι η τελευταία τρίχα της καλοφροντισμένης γκρίζας του γενειάδας χαμογελούσε με συστολή.
Μ’ ένα βλέμμα γαληνής αξιοπρέπειας, τόσο αρμονικά συνταιριαγμένο με τη μειλίχια ευφροσύνη του προσώπου του, είχε ξεκινήσει την πιο πολυαναμενόμενη εδώ και δεκαετίες διάλεξη, στους κύκλους της  Ουράνιας Πολιτείας Σαμπάλα ΙΙΙ. Οι Επουράνιοι που έλειπαν από την αποψινή ομιλία ήτανε μετρημένοι στα δάχτυλα.
Οι πανταχού παρόντες ποζιτρομαγνητικοί σαρωτές εγκεφαλικής δραστηριότητας παρέμειναν ατάραχοι, ενώ οι ενδείξεις των υπερνοϊκών τερματικών κατέγραφαν μονάχα σκέψεις αγαστές και νομιμόφρονες στο ακροατήριο. Ο πρύτανης της Σχολής Εφαρμοσμένης Θεραπευτικής Ψυχολογίας συνέχισε τον βαρυσήμαντο λόγο του.

«Λένε πως η ιστορία της επιστήμης δεν είναι παρά μία διηνεκής σειρά σφαλμάτων, συχνά με τραγικά αποτελέσματα. Όμως όλες οι μεγάλες τεχνολογικές ή επιστημονικές ανακαλύψεις μπορεί στην αρχή να αντιμετωπίστηκαν από την πλειονότητα με σκεπτικισμό και φόβο, αλλά εντέλει η ανθρωπότητα δεν δύναται να φανταστεί τον εαυτό της χωρίς την παρουσία τους.
»Ωστόσο, οι επιστημονικές υπερβάσεις, οι ανακαλύψεις που άλλαξαν τον ρου της ανθρώπινης ιστορίας, δεν εμφανίστηκαν αιφνίδια ούτε προέκυψαν αναίμακτα. Ζώα και άνθρωποι λιθόστρωσαν με τις ζωές τους, πέτρα την πέτρα, τη λεωφόρο της προόδου.
»Για πολλούς αιώνες η ανθρωπότητα ασπάστηκε τον υπέρτατο παραλογισμό: Αναγόρευε σε ήρωες και ημίθεους όσους σκοτώνονταν στους αέναους πολέμους της, όμως απαγόρευε να θυσιάζονται κάποιοι ελάχιστοι στο βωμό της επιστήμης, χάριν της συλλογικής ευημερίας.
»Ευτυχώς, η ανάδειξη της πεφωτισμένης κάστας των Επουράνιων, μετά από τη φριχτή λαίλαπα του Πληβείου Πολέμου, που καθήμαξε το πρόσωπο της οικουμένης επί εκατόν είκοσι έτη, έδωσε οριστικό τέλος σε τούτες τις ανορθολογικές δοξασίες. Όχι μόνο διασφαλίστηκε ότι τούτος ο πόλεμος υπήρξε ο έσχατος επί Γης, όχι μόνο η ανθρωπότητα ενώθηκε σε ένα πανέθνος, αλλά επιτράπηκε η απρόσκοπτη πρόοδος της επιστήμης, δίχως το βάρος απαρχαιωμένων ηθικολογικών περιορισμών. Και έφτασε η στιγμή να δρέψουμε τους καρπούς του δέντρου της γνώσης. Επουράνιοι Πατέρες και Μητέρες, επιτρέψτε μου να σας παρουσιάσω το σχέδιο Έκλειψη».
Ο αδελφός Απίριον έκανε μια προσεκτικά υπολογισμένη ρητορική παύση, για να ελέγξει αν διατηρούσε την αμέριστη προσοχή του ευγενούς του κοινού. Παρά την παντολάλητη ουράνια αταραξία τους, η απέραντη αίθουσα μερμίδιζε από ένταση περιέργειας και προσμονής. Ένα καλοκάγαθο χαμόγελο άφησε να φανεί η άψογη οδοντοστοιχία του.

«Απόψε βρισκόμαστε μπροστά σε μια επιστημονική υπέρβαση που πρόκειται να αλλάξει δραστικά τη μοίρα της ανθρωπότητας. Όμως δεν θα είχαμε φτάσει μέχρις εδώ, αν δεν είχαν ανοίξει το δρόμο οι πρωτοπόροι σκαπανείς, άνθρωποι με όραμα και αυταπάρνηση, που διακύβευσαν την υστεροφημία τους προκειμένου να θέσουν τις βάσεις όσων εμείς, οι σημερινοί τους συνεχιστές, θεωρούμε εκ των ων ουκ άνευ.
»Όλα ξεκίνησαν στα μέσα του τόσο παρεξηγημένου εικοστού αιώνα, όταν ο Γιούαν Κάμερον –προς τιμήν του οποίου ονοματοδοτήθηκε τούτο το αμφιθέατρο– ανέλαβε τη διεύθυνση του περίφημου προγράμματος MK Ultra της κυβέρνησης των παλαιών ΗΠΑ[1].
Ο εμπνευσμένος αυτός πιονέρος τόλμησε να οραματισθεί το μέχρι τότε αδιανόητο, την αναδόμηση της ανθρώπινης προσωπικότητας. Όμως εκείνη την εποχή τα πειράματά του θεωρήθηκαν φιάσκο και ο καλός επιστήμονας φορτώθηκε το όνειδος του διασυρμού.
»Ο κοντόφθαλμος συναισθηματισμός που χαρακτήριζε την ανθρωπότητα πριν από τρεις αιώνες, στάθηκε στο γεγονός ότι ένας ασήμαντος αριθμός μερικών δεκάδων υποκειμένων κατέληξαν αποδιοργανωμένοι και, υποτίθεται, σχιζοφρενείς. Κανείς δεν πρόσεξε ότι ο δόκτωρ Κάμερον είχε κάνει ένα τεράστιο άλμα στη συμπεριφορική ψυχολογία.
»Με τα πρωτόγονα μέσα που είχε στη διάθεσή του, επέτυχε να σβήσει οριστικά τις προσωπικότητες των υποκειμένων του. Τους κατέστησε έτσι άγραφους εγκεφαλικούς χάρτες, δεκτικούς σε νέους βελτιωμένους χαρακτήρες, απαλλαγμένους από τα συνήθη νοσηρά ανθρώπινα χαρακτηριστικά. Εντούτοις, δεν κατάφερε να φτάσει ως το τέλος του δρόμου, να εγγράψει νέες στέρεες προσωπικότητες στους ασθενείς του.
»Ευτυχώς η εργασία του δεν πήγε παντελώς χαμένη. Κάποιοι, περισσότερο οξυδερκείς, κατανόησαν ότι τα ευρήματά του θα μπορούσαν να έχουν θεραπευτική χρήση σε περιπτώσεις επικίνδυνων και αμετανόητων κακοποιών και τρομοκρατών, που απειλούσαν την εύθραυστη ισορροπία του παλαιού κόσμου.
Το περίφημο νοσηλευτικό ίδρυμα του Γκουαντάναμο, από το οποίο πήρε το όνομά του το εργαστήριο που έχω το προνόμιο να διευθύνω, κατέγραψε τεράστιες επιτυχίες στη μόνιμη αποδόμηση εγκληματικών χαρακτήρων, για το καλό της ανθρωπότητας». Ο πρύτανης ένιωσε ένα κύμα επιδοκιμασίας κι ευδιαθεσίας να διατρέχει την αίθουσα. Ξερόβηξε θεατρικά και συνέχισε.

«Ύστερα από τον Πόλεμο, το κίνημα του Ομπλιβισμού, που αναδύθηκε από τα ερείπια της ύστερης οικουμένης, έφερε στο προσκήνιο το αίτημα της διαγραφής της παλαιάς προσωπικότητας ολόκληρης της ανθρωπότητας, πόσο μάλλον του κάθε ατόμου χωριστά.
»Σεις οι πεφωτισμένοι Επουράνιοι» υποκλίθηκε ενδεώς «μόλις αναλάβατε την Παγκόσμια Διακυβέρνηση –ύστερα από τη συντριβή των Λαϊκιστών ανταρτών από το αντιβαρυτικό υπερσκάφος Σαμπάλα ΙΙ–, διακηρύξατε την απάλειψη της θρησκείας, της φιλοσοφίας και της ιστορίας –πλην αυτής της επιστήμης–, την ισοπέδωση όσων μνημείων έστεκαν ακόμη όρθια, την εξαφάνιση της παλαιάς λογοτεχνίας, ως μήτρα απείθειας και παράνοιας, και σε γενικές γραμμές εξυγιάνατε τη συλλογική νόηση από τα εξελικτικά της βαρίδια. Μόνον η φιλοσοφία του Ομπλιβισμού και τα κατοπινά έργα των Επουράνιων Διδασκάλων ορθώς θεωρήθηκαν υγιείς εκφάνσεις της ανθρώπινης διάνοιας.   

»Το Ινστιτούτο Επιστημών ιδρύθηκε από τον πρώτο Επουράνιο Κυβερνήτη Μέλερ Τβέντις. Ένεκα της απερίσπαστης αφοσίωσης και του λιτού βίου του μοναστικού μας Τάγματος της Γνώσης, οι επιστήμονες εξαγνιστήκαμε από τις επίγειες ηδονές και ανυψωθήκαμε στις σφαίρες του καθαρού πνεύματος. Έτσι, καταφέραμε να βρούμε τη λύση στο πανάρχαιο πρόβλημα της ασύδοτης σκέψης.
»Φυσικά, πάλι τα θεμέλια είχαν μπει πολύ νωρίτερα, στις αρχές του εικοστού πρώτου αιώνα, μόλις έξι χρόνια πριν από την έναρξη του Πολέμου. Οι αδικοχαμένοι δόκτορες Χαθ και Γκάλαντ κατάφεραν, με την απαρχαιωμένη σήμερα μέθοδο fMRI, να χαρτογραφήσουν για πρώτη φορά τη λεκτική λειτουργία του εγκεφάλου. Ήταν το σημαντικότερο βήμα για την κατανόηση του εξαιρετικά περίπλοκου τρόπου με τον οποίο διαχειρίζεται τη σημασία των λέξεων και οργανώνει τη γλώσσα ο ανθρώπινος νους. Έτσι, κατασκεύασαν τον πρώτο σημασιολογικό χάρτη, ώστε να αποκαλύψουν πώς ανταποκρίνεται ο εγκέφαλος στις λέξεις[2].
»Λίγο πριν από τη λήξη του πολέμου ο αδελφός Ενκό, ταπεινός θεράπων της Φυσικής, ανέπτυξε την ποζιτρομαγνητική τεχνολογία και κατόρθωσε να μειώσει το μέγεθος των σαρωτών όσο μια μπάλα ποδοσφαίρου. Με τη βοήθειά τους χαρτογράφησε καταλεπτώς τις αντιδράσεις του εγκεφαλικού φλοιού σε κάθε λεκτικό ερέθισμα, εξωγενές ή ενδογενές. Έτσι, η Παγκόσμια Διακυβέρνηση απέκτησε έναν αντικειμενικό τρόπο αξιολόγησης της νοσηρής και ανεξέλεγκτης σκέψης, του Δυσλογισμού, όπως καταχωρήθηκε στα λεξικά από τον Μέλερ Τβέντις.
»Ο πάνσοφος ηγέτης δεν θέλησε να ποινικοποιήσει τη σκέψη. Διακήρυξε πως ο δυσλογισμός είναι επάρατη μεταδοτική νόσος και προσέφερε κάθε διαθέσιμο πόρο για τη θεραπεία των θυμάτων και την οριστική του εκρίζωση από προσώπου Γης. Βεβαίως η θεραπεία ήταν υποχρεωτική, όπως κάποτε το εμβόλιο της ευλογιάς, ώστε να υπηρετηθεί το συλλογικό συμφέρον.
»Ωστόσο, τα αποτελέσματα ογδόντα χρόνων ερευνών, αν και πολύ ενθαρρυντικά και διδακτικά, δεν είχαν μέχρι σήμερα τα ποθητά αποτελέσματα. Τα υποκείμενα θεραπεύονται μεν από το λοιμό του δυσλογισμού, όμως δεν κατέστη ακόμη εφικτό να τους εντυπωθεί μια θετική προσωπικότητα σε μόνιμη βάση. Οι ασθενείς αποδιοργανώνονται ή υποτροπιάζουν μετά από λίγο, με αποτέλεσμα να είναι πλέον απαραίτητη η ευθανασία, για ανθρωπιστικούς λόγους.
»Όμως όχι πια! Η Έκλειψη πρόκειται να εξαλείψει οριστικά τη μάστιγα του δυσλογισμού με τρόπο τελεσφόρο, μόνιμο και –το σπουδαιότερο– ευσπλαχνικό. Ο παγκόσμιος πληθυσμός αριθμεί μόλις πεντακόσια εκατομμύρια ψυχές και κανείς δεν περισσεύει από τη γονιδιακή δεξαμενή».
Το ενδιαφέρον κλιμακωνόταν υπό τη ρητορεία του αδελφού Απίριον. Με δεξιότητα διαφημιστή της ολογραφικής τηλεόρασης και πάθος ομπλιβιστή ιεροκήρυκα, καθοδηγούσε έντεχνα το ακροατήριο στην κορύφωση. Ένιωθε, με άφραστη ικανοποίηση, πως ακόμα κι οι ανάσες των Επουράνιων είχαν αναπόδραστα συντονιστεί με τον ειρμό του λόγου του.

«Μετά από σκληρή και πολυετή διεπιστημονική εργασία, καταγράψαμε, αναλύσαμε και παραμετροποιήσαμε κάθε πιθανή σκέψη με λεκτική έκφανση και φτάσαμε στην εφεύρεση του Συνθέτη Χαρακτήρων. Όμως δεν ήταν αυτός ο τελευταίος σταθμός σε τούτη την τεχνολογική περιπέτεια.
»Κατασκευάσαμε ένα νέο τύπο νανομπότ με στοχευμένη νευρωνική δράση. Με απλή διαδερμική έγχυση στην κυκλοφορία του αίματος, τα έξυπνα νανοσωματίδια εγκαθίστανται στον εγκέφαλο και διασπούν όλες τις νευρωνικές συνάψεις, εκτός από εκείνες που ανταποκρίνονται στη νευροφυσιολογία ενός νεογέννητου. Η διαγραφή του παθογενούς και αυθαιρέτως σκεπτόμενου χαρακτήρα είναι μόνιμη και χωρίς καμία παρενέργεια.
Παράλληλα, με τη χρήση μικκυλίων στοχευμένης χορήγησης μεταντιβιοτικών, καταστρέφουμε πλήρως την εντερική μικροχλωρίδα, που σύμφωνα με νέες μελέτες παίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του χαρακτήρα και πιθανότατα υπήρξε η βασική αιτία των υποτροπών έως σήμερα. Την αντικαθιστούμε με συνθετικό μικροβίωμα, προσεκτικά καλλιεργημένο.
»Στη συνέχεια, πλάθουμε την επιθυμητή προσωπικότητα στο Συνθέτη Χαρακτήρων και τη μεταφορτώνουμε στα νανομπότ μέσω νευρωνικής διεπαφής. Τα σωματίδια αναδημιουργούν με σχολαστική ακρίβεια τις κατάλληλες συνάψεις, προσφέροντας στον ασθενή μία υγιή και ευτυχισμένη μνήμη και έναν καθ’ όλα θεμιτό χαρακτήρα, σύμφωνα με το πρότυπο που έχουν καθορίσει οι Επουράνιοι Διδάσκαλοι στη Βίβλο της Καθαρής Νόησης.
»Μητέρες και Πατέρες του πανανθρώπινου πολιτισμού, η Έκλειψη έρχεται για να σας προσφέρει αυτό που πραγματικά δικαιούστε: Πειθήνιους εργάτες, ευτυχείς υπηρέτες, ατρόμητους πιστούς στρατιώτες, ερωτικά αντικείμενα δίχως αναστολές και πρωτίστως έναν λαό εκστατικό, που θα σας λατρεύει καθώς σας πρέπει, ως εξαίσιες και υπερούσιες οντότητες, σαν… ολύμπιους θεούς» έκανε με μια σκανδαλιάρικη λάμψη στα μάτια.
Το ακροατήριο γέλασε συγκρατημένα. Τα τερματικά των εγκεφαλικών σαρωτών επισήμαναν δυσλογισμό πρώτου βαθμού, μα η απερίφραστη ευαρέσκεια που κατέγραψαν από πλευράς Επουράνιων, επέβαλε την άμεση διαγραφή των δεδομένων.

«Δεν θα ήθελα να κουράσω περαιτέρω τις γαληνότητές σας. Θα πω μόνο πως η αυριανή μέρα θα αποτελέσει ορόσημο και οι ιστορικοί του μέλλοντος θα μιλούνε για εποχές πριν και μετά την Έκλειψη. Λαμβάνω την τιμή να προσκαλέσω τον εξοχότατο Επουράνιο Κυβερνήτη Σαλ Μάρδις το πρωί στο εργαστήριο του Γκουαντάναμο, προκειμένου να διαπιστώσει ιδίοις όμμασι την ποιότητα των πρώτων Αναγεννημένων δειγμάτων και να εγκρίνει την αφύπνιση τριών χιλιάδων υποκειμένων, όπως προβλέπει το σχέδιο. Σύντομα θα έχετε όλοι την ευκαιρία να απολαύσετε μια εντυπωσιακή επίδειξη των Αναγεννημένων».
Ο Κυβερνήτης αποδέχτηκε την πρόσκληση μ’ ένα καταδεκτικό νεύμα. Οι Επουράνιοι άρχισαν να χειροκροτούν με μια ζέση σχεδόν ανοίκεια. Ο αδελφός Απίριον χαμογέλασε μ’ ευπειθή ικανοποίηση κι υποκλίθηκε υποταχτικά.

***

Πατέρα δε γνώρισα. Μου ‘πανε πως σκοτώθηκε στον Πόλεμο. Δεν ξέρω με ποιον πολεμούσε. Τη μάνα όμως τη θυμάμαι. Δεν μπορώ να φέρω στο νου μου τη μορφή της, μα η ασημόηχη λαγαρή της φωνή αντηχεί ακόμα μέσα μου. Πάνω απ’ όλα η μυρουδιά της, γλυκιά και δροσάτη, μοναδική μου απαντοχή στ’ ασάλευτα χρόνια της εξορίας.
Θυμάμαι τις ιστορίες που μου ‘λεγε, γι’ αγγέλους και για δαίμονες και για τη Μέρα της Κρίσης. Ήτανε βλέπεις θρήσκα και τούτο γίνηκε ο χαμός της. Δε θυμάμαι τ’ όνομά μου να βγαίνει απ’ τα χείλια της. Ήμουν μοναχά τ’ αγγελούδι της, έτσι με φώναζε.
Δεν είχε περάσει ούτ’ ένας χρόνος απ’ τη μέρα που κηρύχτηκε η λήξη του Πολέμου, όταν ήρθανε να την πάρουν. Ήμουνα εννιά χρονώ. Αν υπάρχει μια εικόνα που με στοιχειώνει μέχρι τα σήμερα, είν’ τα μάτια της την ώρα που την τράβαγαν, ένα βλέμμα γενναίο, απελπισμένο και συνάμα καθησυχαστικό. «Άγγελέ μου θα ξανάρθω, όλα θα πάνε καλά» πρόλαβε και φώναξε, πριν τη χώσουνε στην κλούβα.

Και ξαναγύρισε στ’ αλήθεια, μα τίποτα δεν πήγε πια καλά. Πήρανε μια γεροδεμένη θεληματική γυναίκα κι έφεραν πίσω ένα ράκος ανθρώπινο. Τα ‘κανε απάνω της, βύζαινε το δάχτυλό της κι έπρεπε να τηνε ταΐζω με το παλιό μου μπιμπερό, δε μπορούσε πια να πίνει απ’ το ποτήρι. Δεν ήξερε καν να μιλάει. Ποτέ δε με ξανάπε αγγελούδι της. Μονάχα έκλαιγε όταν έκλαιγα, τούτο γίνηκε η μόνη μου παρηγόρια.
Ύστερα μια μέρα δεν ξανάνοιξε τα μάτια, ποτέ πια. Την πήρανε γι’ ανακύκλωση, στο εργοστάσιο λιπασμάτων. Μένα με κλείσανε στο Τάγμα της Γνώσης, θεράποντα της Επιστήμης, και κανείς δεν μπορούσε ν’ αλλάξει τη μοίρα μου.

Άμα μου σκανάριζαν το μυαλό, θα έφριτταν. Θα διάβαζαν το απύθμενο μίσος, τον αβυσσαλέο πόνο και την ακλόνητη πίστη. Μα πάνω απ’ όλα τον αδήριτο όρκο να εκδικηθώ για τη μάνα μου. Ευτυχώς δε σκανάριζαν τα παιδιά, γιατί η σκέψη τους είναι ανώριμη και γίνεται πιότερο με εικονοπλαστικό παρά με λεκτικό τρόπο. Τα σκαναρίσματα ξεκινούσανε στα δεκάξι, συμβουλευτικά, κι έπειτα απ’ τα είκοσι αρχίζανε οι θεραπείες, άμα σε πιάνανε να σκέφτεσαι κατά πώς σου κατέβαινε.
Είχα λίγα χρόνια καιρό για να ορθώσω τις άμυνές μου. Βρήκα το τυφλό σημείο των μεθόδων τους. Αν μπορούσα να σκέφτομαι μ’ εικόνες, δε θα με πιάνανε ποτέ.
Καθώς μεγάλωνα, τούτο γινότανε όλο και πιο δύσκολο. Η ανάγκη επικοινωνίας με τον περίγυρο μ’ έβαζε συνέχεια στον πειρασμό να κάνω λέξεις τις σκέψεις. Αργά ή γρήγορα θα μου ξέφευγε κάτι επιλήψιμο κι ύστερα δε θα ‘χε γυρισμό.
Καταδύθηκα στα έγκατα της ύπαρξης, βρήκα καταφύγιο στην ανήλιαγη άβυσσο του υποσυνείδητου. Έχτισα γύρω μου τον αδελφό Απίριον, τον ευσεβή κι αφοσιωμένο επιστήμονα, ό,τι απεχθανόμουν πιότερο.
Από μια μεριά, η επιστήμη μού βγήκε πάντως σε καλό. Όσο ο λεκτικός συνειδητός νους κρατιόταν απασχολημένος με ακίνδυνες εξισώσεις, θεωρίες, αποδείξεις και μετρήσεις, τόσο απομακρυνόταν το ενδεχόμενο να διαβαστεί κάποια αδέσποτη σκέψη απ’ τους σαρωτές, που πια πετούσανε μερονυχτίς απάνω απ’ τα κεφάλια μας.
Ο αδελφός Απίριον αποδείχτηκε μεγάλη επιτυχία. Μια περσόνα στεγανή, αδιαπέραστη κι ανθεκτική, δίχως ούτε μια ρωγμή που θα μπορούσε να με προδώσει. Κατάφερε να με φέρει μέχρι εδώ. Καλή του ώρα, όσο κι αν τον σιχαίνομαι.

Έγινα ασώματος. Το κορμί μου είχε καταληφθεί από δαύτον, ζούσε για να τον υπηρετεί. Μα κάλλιο να ‘σαι νους χωρίς κορμί, παρά ένα ανδρείκελο αδειανό, όπως είχανε καταντήσει τη μάνα μου.
Απόμεινα μουγκός. Μονάχα η άλαλη γλώσσα των συμβόλων, των εικόνων και των συναισθημάτων έκφραζε τη σκέψη μου. Έμαθα να τη χειρίζομαι. Να πλάθω σκέψεις, ολάκερες πραγματείες, συνταιριάζοντας εικονοστοιχεία σα λεπτολόγος σκηνοθέτης που μοντάρει την ταινία του καρέ με καρέ.
Έπειτα, μες στα μύχια του νου μου, έπλασα έναν τόπο για να ζω. Μια σπηλιά σ’ ένα πετρόχαρο βουνό, καταμεσής στην πιο ηλιοφρυμένη έρημο του σύμπαντος. Ήτανε το μοναδικό σκηνικό ικανό να εκφράσει την απέραντη μοναξιά, τη βουβή οργή, την άνυδρη θλίψη, τη λάβρα του γδικιωμού, το αβάσταγο βάρος του όρκου, την απόγνωση της στάσιμης αιωνιότητας.
Γνώρισα όλους τους πειρασμούς της ερήμου. Διθύραμβοι μεγαλείου σπαράζονταν από οικτιρμούς ασημαντότητας, αμφιβολίες δαγκάνανε τις πεποιθήσεις, ενάρετη λογική βουτούσε στα Τάρταρα της τρέλας.
Δε ήξερα ποιος είμαι. Το μοναδικό μου σημείο αναφοράς είχε γκρεμοτσακιστεί. Γιατί πώς μπορούσα να ‘μαι άγγελος, με τόση μνησικακία κι όχτρητα, τέτοιο άχτι, να παραφουσκώνουν σαν ασκί την ψυχή μου; Μην ήμουνα δαίμονας μοχθηρός; Μήπως ήμουν εγώ το βδέλυγμα κι όχι οι Επουράνιοι;
Ύστερα μου φανερώθηκε η αλήθεια, μέσα σ’ ένα όραμα τρομερό. Άγγελος ή δαίμονας δεν έχει σημασία. Η αγάπη και το μίσος αποτελούν απλές εκδηλώσεις του σύμπαντος. Ήμουνα θεόπεμπτος, φυλακισμένος στα βάθη της Αβύσσου απ’ το κρύο χέρι του Νόμου, στυγερού σφετεριστή του Λόγου. Ήμουνα πράχτορας του Χάους, ταγμένος να σαλπίσω την Αποκάλυψη και να τσακίσω τη διαστραμμένη Τάξη των Επουράνιων. Πλησίαζε η ώρα που θα ‘σπαγε η σφραγίδα. Έπρεπε να ετοιμαστώ για να παίξω το ρόλο μου, να γίνω ο αγωγός της οργής Του.

Μα, εδώ που τα λέμε, πώς μπορεί ένας άνθρωπος –έστω ένας άγγελος– μονάχος, εξόριστος στα τρίσβαθα του νου του, ν’ αλλάξει τον κόσμο; Πώς είναι δυνατόν ένας αδύναμος φυγάς, που τρέμει ακόμα και να ψιθυρίσει, να τα βάλει με τους πανίσχυρους Επουράνιους και το υπερσκάφος τους, που απ’ την ασφάλεια της υπέργειας τροχιάς του διαφεντεύει τον πλανήτη; Μαρτύρησα για αιώνες σε τούτο τον τροχό της ανημπόριας.
Τελικά ο Απίριον μου ‘δωσε τη λύση. Ίσως τον είχα υποτιμήσει. Είναι έξυπνος ασφαλώς. Χρειάστηκε κάμποσες φορές να λαθέψει επίτηδες στα τεστ νοημοσύνης, μην τρομάξει τους Επουράνιους με την αληθινή του επίδοση. Γιατί δαύτοι πιστεύουν πως είναι ανώτεροι απ’ όλους και σε όλα και δε σηκώνουν αμφισβήτηση. Έτσι έφτασε να γίνει πρύτανης, χαϊδεύοντας την ξιπασιά τους.
Μα έχουνε κι αυτοί τις αδυναμίες τους. Κρυμμένος πίσω απ’ τη μάσκα του Απίριον, διέκρινα πως είναι επιρρεπείς στην κολακεία, αχόρταστοι για εξουσία κι άμετρα αλαζόνες. Μες στην παντοδυναμία τους έχουν εφησυχάσει κι άρχισαν να γίνονται απρόσεκτοι. Δείχνουν υπερβολική εμπιστοσύνη στις διαβολεμένες μηχανές τους. Η Έκλειψη μου ‘δωσε την ευκαιρία που ‘ψαχνα. Ο γδικιωμός θα ‘ναι γλυκός και δε θ’ αργήσει πια πολύ…

***

«Όπως θα διαπιστώσει η εξοχότητά σας, βρισκόμαστε μπροστά στη μεγαλύτερη επιστημονική ανακάλυψη του εικοστού τρίτου αιώνα. Θα επιθυμούσατε, εντιμότατε, να εξετάσετε κάποια Αναγεννημένα δείγματα;» Ο Απίριον είχε πάρει το πιο ασπόνδυλο ύφος που διέθετε το ρεπερτόριό του.
Ο Επουράνιος Κυβερνήτης έγνεψε μεγαλόφρονα. «Η αλήθεια είναι, αδελφέ Πρύτανη, ότι αδημονώ. Ας αρχίσει αμέσως η επίδειξη».
Ο πρύτανης πάτησε κάποιο κουμπί στην ολογραφική οθόνη του υπερνοϊκού υπολογιστή του. Ακούστηκε ένας βόμβος και μια πόρτα άνοιξε στο βάθος του εργαστήριου. Στο δωμάτιο μπήκαν δυο γεροδεμένοι άντρες και μια πανέμορφη κοπέλα. Μόλις είδανε τον Σαλ Μάρδις, πέσανε στα γόνατα κι αρχίνησαν να προσκυνάνε.
«Αυτά είναι τα τρία υποκείμενα ελέγχου που αφυπνίσαμε πρώτα, μέλη μίας οικογένειας. Έχουν σαρωθεί ενδελεχώς και δεν έδειξαν την παραμικρή ασυνέπεια. Τουναντίον, διαθέτουν έναν ευχάριστο χαρακτήρα, που τους έχει κάνει ιδιαιτέρως συμπαθείς στο προσωπικό του Γκουαντάναμο» έπιασε την πάρλα ο Απίριον. «Στο παρελθόν οι δύο άντρες –πατέρας και γιος– φανέρωσαν επαναστατικές τάσεις, ενώ η κόρη θρησκοληπτική σεμνοτυφία. Θα είχατε την καλή ευχαρίστηση, γαληνότατε, να τους δοκιμάσετε;»
«Επίτρεψέ μου, λόγω της θέσης μου, να είμαι ιδιαιτέρως δύσπιστος. Θέλω, πριν δώσω την έγκρισή μου, να σιγουρευτώ απολύτως». Γύρισε προς την κοπέλα.
«Ποθώ, μικρή μου, να σε δω να αυτομαστιγώνεσαι» τη διάταξε με βελούδινη φωνή και της έτεινε ένα ευλύγιστο μεταλλικό καμουτσίκι. Να το ‘χε φέρει ειδικά για την περίσταση ή το κουβαλούσε πάντοτε μαζί του, για κάθε ενδεχόμενο;
Η κοπέλα γυμνώθηκε, έπεσε στα τέσσερα κι άρχισε να χτυπάει την πλάτη και τα οπίσθιά της, ώσπου μάτωσε. Έβγαζε γλυκύτατους στεναγμούς λαχτάρας, ενώ η σάρκα της παλλόταν ανεξέλεγκτη, από ηδονή, σε κάθε στράκα. Οι σαρωτές δεν ανίχνευσαν την παραμικρή δυσανασχέτηση ή ενοχή, καμιά προσποίηση. Ο Σαλ Μάρδις τη σταμάτησε.
«Χωρίς να θέλω να φανώ απρεπής, μεγαλόψυχε, αν βάλετε τούτο το θαυμάσιο δείγμα θηλυκού στο κρεβάτι σας απόψε, θα διαπιστώσετε ότι το μόνο που αποζητά είναι η ικανοποίησή σας… ανεξαρτήτως προσωπικού κόστους» χαμήλωσε ο πρύτανης τη φωνή με νόημα. Στα μάτια του Κυβερνήτη έλαμψε αρπακτική βουλιμία, σα λύκος μες στη στάνη.
«Να είσαι βέβαιος ότι θα φτάσω τη δοκιμή στο έπακρο. Όμως δεν τελειώσαμε ακόμη εδώ». Γύρισε στους δυο άντρες. «Όποιος από εσάς σκοτώσει τον άλλο με γυμνά χέρια, θα λάβει από εμένα την ύψιστη αμοιβή» πρόσταξε.
Χωρίς δεύτερη σκέψη χίμηξαν ο ένας απάνω στον άλλον κι άρχισαν να χτυπιούνται με μίσος προαιώνιων εχθρών. Ο Μάρδις απολάμβανε τη μονομαχία. Μετά από κάμποση ώρα, ο γιος κατάφερε να βάλει κάτω τον πατέρα. Άρχισε να τον γρονθοκοπεί, μέχρι που το κεφάλι του έγινε πολτός. Η κοπέλα έμεινε ατάραχη, με το γυμνό της κορμί ολάκερο ένα λάγνο χαμόγελο. Ο Κυβερνήτης χειροκρότησε με αβρότητα.
«Τώρα ήρθε η ώρα για το έπαθλό σου» είπε στον αιματοβαμμένο νέο. «Είσαι ελεύθερος να ανοίξεις το παράθυρο και να πετάξεις».
Ο νεαρός υποκλίθηκε βαθιά και, δίχως δισταγμό, εκτέλεσε την έμμεση εντολή. Ο Μάρδις πλησίασε στο παράθυρο να κοιτάξει. Ήδη τα ρομπότ-καθαριστές μάζευαν τα κομμάτια του τσακισμένου κορμιού, διακόσια μέτρα παρακάτω.

«Εντυπωσιακό! Ειλικρινά δεν περίμενα τόση επιτυχία. Νομίζω ότι μπορούμε να προχωρήσουμε στη μαζική παραγωγή. Δεν σου κρύβω, αδελφέ Πρύτανη, ότι εφόσον και αυτό το στάδιο πάει εξίσου καλά, θα καταθέσω πρόταση στο Συμβούλιο να εφαρμοστεί υποχρεωτικά η θεραπεία σε όλους τους λαϊκούς. Με την Έκλειψη, ο κόσμος βαδίζει προς ένα λαμπρό μέλλον».
«Αυτό είναι το μόνο βέβαιο» ξεστόμισε ο Απίριον τα δικά μου λόγια. Μες στην ερημική μου σπηλιά δάκρυσα. Ήταν η πρώτη φορά, εδώ και μια αιωνιότητα, που άκουγα τη φωνή μου. Ο Κυβερνήτης έδωσε εντολή στους φρουρούς του να μαζέψουνε το πτώμα και την κοπέλα και να μας αφήσουνε μόνους. Είχε γίνει στ’ αλήθεια πολύ απρόσεκτος τελευταία.
«Βλέπω θέλετε να κρατήσετε αποκλειστικά για τη μεγαλειότητά σας τη χαρά της Έκλειψης, φιλάνθρωπε» μειδίασε δουλικά ο Απίριον. Εγώ μαζεύτηκα στο καβούκι μου. Δεν είχα υπομείνει τόσα πολλά για να τα καταστρέψω τώρα όλα, από ανόητο ενθουσιασμό.
«Εφόσον επιθυμείτε να δώσετε προσωπικώς την εντολή της αφύπνισης, μπορείτε να καθίσετε στη βιοδραστική πολυθρόνα, μπροστά στο τερματικό». Ο Σαλ Μάρδις συγκατάνευσε και πήγε να κάτσει.
«Παρακαλώ σας, ελλογιμότατε, να τοποθετήσετε τα χέρια σας στους βιοαισθητήρες, για να συνδεθείτε με το σύστημα». Μηχανικά, ο Κυβερνήτης έκανε ό,τι του ‘πε. Ο πρύτανης κάθισε στη διπλανή πολυθρόνα και συνδέθηκε. Η ολογραφική οθόνη άρχισε να φορτώνει. Είδανε μια αχανή εργαστηριακή αίθουσα, γεμάτη με χιλιάδες ατρακτοειδείς κάψουλες.
«Βλέπουμε τα υπόγεια εργαστήρια, γαληνότατε. Διακρίνονται οι υδροκάψουλες αισθητηριακής απομόνωσης, απαραίτητες για τη διαδικασία. Εδώ και δύο εβδομάδες έχουμε εμφυτεύσει την κατάλληλη εντερική μικροχλωρίδα στα υποκείμενα». Κανείς δεν είχε πάρει είδηση ότι ο πρύτανης είχε αλλάξει το συνθετικό μικροβίωμα με κείνο του δικού του –του δικού μου!– εντέρου. Ούτε και θα το μάθαιναν πριν να ‘ναι πολύ αργά.
«Το τελευταίο βήμα είναι να μεταφορτώσουμε το πρόγραμμα των Συνθετικών Χαρακτήρων. Μέσα σε μία περίπου ώρα τα υποκείμενα θα αφυπνισθούν. Σε άλλες τρεις ώρες θα είναι πανέτοιμα προς πάσα χρήση. Θα θέλατε να δώσετε την εντολή μεταφόρτωσης, υψηλότατε;»
Ο Κυβερνήτης πάτησε το εικονικό κουμπί. Δεν ήξερε βέβαια ότι εκείνη τη στιγμή υπέγραφε τη θανατική καταδίκη της αριστοκρατικής του κάστας. Η δική του είχε σφραγιστεί λίγο νωρίτερα.
Κάτω απ’ το κέλυφος των καλόβολων χαρακτήρων, ο Απίριον είχε φροντίσει να εμφυτέψει τον δικό μου πυρήνα, τη δικιά μου σιωπηλή προσωπικότητα. Τρεις χιλιάδες Αναγεννημένοι μπολιάστηκαν με την κάκητα, τη χολή, την υστεροβουλία, τις εφιαλτικές αναμνήσεις, τα θρησκευτικά οράματα και τον όρκο για γδικιωμό. Κανένας σαρωτής δεν μπορούσε να τους ανιχνεύσει, όπως και μένα. Μα η αποθήκη του Εργαστηρίου Οπλικών Ερευνών φυλαγότανε μόνο από σαρωτές κι οι Αναγεννημένοι είχαν ήδη πάρει σαφείς οδηγίες, πού να πάνε και τι να κάνουνε…

Ο Μάρδις έδειχνε ιδιαίτερα συγκινημένος.
«Γράψαμε ιστορία σήμερα…» πριν προλάβει να ολοκληρώσει τη φράση, γούρλωσε τα μάτια, έφερε το χέρι στο μέρος της καρδιάς, έβγαλε έναν κοφτό βόγγο κι έπεσε ξερός. Η βιοδραστική πολυθρόνα τού είχε εγχύσει διαδερμικά μικκύλια που συγκεντρώνονταν επιλεκτικά στην καρδιά, φορτωμένα με υπερανθρακυκλίνη. Η τοξική ουσία είχε σύντομα απορροφηθεί απ’ το μυοκάρδιο κι η ανακοπή ήτανε ζήτημα λίγων λεπτών. Η ουσία δεν ανιχνευότανε στο αίμα και μες στο νεκρό μυοκάρδιο θ’ αυτοδιασπόνταν σε λιγότερο από μισή ώρα. Ο γηραλέος Κυβερνήτης δεν άντεξε τη συγκίνηση της μεγάλης στιγμής, αυτό ήταν όλο. Τούτο δείξανε τα μόνιτορ και κανείς δε θα ρωτούσε περισσότερα.
Ο πρύτανης έβαλε τις φωνές κι άρχισε να κλαίει γοερά, καθώς έκανε τεχνητή αναπνοή στον Κυβερνήτη. Αμέσως μπουκάρανε στο εργαστήριο οι φρουροί του. Μόλις διαπίστωσαν ότι δεν είχε σφυγμό, κάλεσαν την αντιβαρυτική λέμβο. Τον επιβίβασαν απ’ το παράθυρο και τον πήρανε για το Σαμπάλα ΙΙΙ.
Μόλις μείναμε μονάχοι, ο Απίριον κάθισε πάλι στην πολυθρόνα με δάκρυα στα μάτια. Εγώ είχα στο νου μου μόνο την Έκλειψη. Αύριο το πρωί είναι προγραμματισμένη η ετήσια συντήρηση του υπερσκάφους απ’ το Ινστιτούτο Επιστημών. Οι ομάδες που θ’ αναλάβουν τους αντιβαρυτικούς κινητήρες θ’ απαρτίζονται αποκλειστικά από Αναγεννημένους.
Σε τρεις μέρες, στο Ουράνιο Μαυσωλείο της Νέας Ατλαντίδας –στο νησί που κάποτε το λέγανε Μανχάταν– θα ‘ναι μαζεμένες κι οι πενήντα οικογένειες των Επουράνιων, για την κηδεία του Σαλ Μάρδις. Εκεί θα βρίσκονται τρεις χιλιάδες Αναγεννημένοι. Φυσικά θα ‘μαι κι εγώ. Πώς θα μπορούσα να χάσω τέτοιο θέαμα;
Όταν απ’ το σκάφος δούνε τη σφαγή των αφεντάδων τους, θα προσπαθήσουν ν’ αντεπιτεθούν. Μόλις όμως το Σαμπάλα ΙΙΙ εισέλθει στην ατμόσφαιρα, οι πειραγμένοι κινητήρες θα αντιστρέψουν πολικότητα κι η Ουράνια Πολιτεία θα συντριβεί σε παγκόσμια απευθείας τηλεοπτική μετάδοση…

Ο πρύτανης εισήγαγε τις τελευταίες εντολές στο Συνθέτη Χαρακτήρων:
Θάνατος στους Επουράνιους!
Καταρρίψτε το Σαμπάλα ΙΙΙ!
Ζήτω η Λευτεριά!
Οι σαρωτές κατέγραψαν: Αγάπη, Πίστη, Συμμόρφωση στους Επουράνιους. Ο πιστός γερο-Απίριον, η κούφια μου περσόνα, είχε κάνει τη δουλειά του με το παραπάνω. Σχεδόν λυπόμουνα που σύντομα θα έπαυε να υπάρχει.
Οι κάψουλες στο υπόγειο άνοιξαν όλες ταυτόχρονα. Είδα στην οθόνη τούς Αναγεννημένους να σηκώνονται ένας ένας, ακόμα παραζαλισμένοι…

Ξέρω από καιρό ποιος είμαι: Ο Άγγελος του Γδικιωμού, ο Αποστάτης του Νόμου, ο Τιμωρός των Νοσφιστών. Μα τώρα έμαθα επιτέλους τ’ όνομά μου· δεν είμαι πια μονάχος: Λεγεών όνομά μοι, ότι πολλοί εσμέν[3]



[1] Ναόμι Κλάιν, «Το Δόγμα του Σοκ». (http://sanejoker.info/2014/10/dr-cameron-and-kubark1.html)
[2] Nature (2016): 532, 453–458. (http://sioualtec.blogspot.gr/2016/05/x.html
[3] Ματθ. 8, 28-9,1 

Πηγή: otto-great-chaos



Όττο: Σχετικά με τον συντάκτη




Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...